νενέκος
•
- συνώνυμο του προδότης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νενέκος < εξ ονομαστικού επιθέτου Νενέκος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
νενέκος < εξ ονομαστικού επιθέτου Νενέκος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →