νεοαποικιοκράτης
•
- κάποιος που υποστηρίζει ή εφαρμόζει την νεοαποικιοκρατία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεοαποικιοκράτης < νεο- + αποικιοκράτης (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική neocolonialist ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική néocolonialiste
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοαποικιοκράτης | νεοαποικιοκράτες |
| Γενική | νεοαποικιοκράτη | νεοαποικιοκρατών |
| Αιτιατική | νεοαποικιοκράτη | νεοαποικιοκράτες |
| Κλητική | νεοαποικιοκράτη | νεοαποικιοκράτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →