νεοαποικιοκρατία
•
- η κυριαρχία εύρωστων οικονομικά χωρών στις πιο αδύναμες, με οικονομικά και πολιτισμικά μέσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεοαποικιοκρατία < νέα + αποικιοκρατία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοαποικιοκρατία | νεοαποικιοκρατίες |
| Γενική | νεοαποικιοκρατίας | νεοαποικιοκρατιών |
| Αιτιατική | νεοαποικιοκρατία | νεοαποικιοκρατίες |
| Κλητική | νεοαποικιοκρατία | νεοαποικιοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →