νεοαποικιοκρατικός
•
- χαρακτηριστικός της νεοαποικιοκρατίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεοαποικιοκρατικός < νεοαποικιοκρατία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοαποικιοκρατικός | νεοαποικιοκρατική | νεοαποικιοκρατικό |
| Γενική | νεοαποικιοκρατικού | νεοαποικιοκρατικής | νεοαποικιοκρατικού |
| Αιτιατική | νεοαποικιοκρατικό | νεοαποικιοκρατική | νεοαποικιοκρατικό |
| Κλητική | νεοαποικιοκρατικέ | νεοαποικιοκρατική | νεοαποικιοκρατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοαποικιοκρατικοί | νεοαποικιοκρατικές | νεοαποικιοκρατικά |
| Γενική | νεοαποικιοκρατικών | νεοαποικιοκρατικών | νεοαποικιοκρατικών |
| Αιτιατική | νεοαποικιοκρατικούς | νεοαποικιοκρατικές | νεοαποικιοκρατικά |
| Κλητική | νεοαποικιοκρατικοί | νεοαποικιοκρατικές | νεοαποικιοκρατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →