Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεογνολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το νεογνό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεογνολογικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεογνολογικόςνεογνολογικήνεογνολογικό
Γενικήνεογνολογικούνεογνολογικήςνεογνολογικού
Αιτιατικήνεογνολογικόνεογνολογικήνεογνολογικό
Κλητικήνεογνολογικένεογνολογικήνεογνολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεογνολογικοίνεογνολογικέςνεογνολογικά
Γενικήνεογνολογικώννεογνολογικώννεογνολογικών
Αιτιατικήνεογνολογικούςνεογνολογικέςνεογνολογικά
Κλητικήνεογνολογικοίνεογνολογικέςνεογνολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →