νεογραμματικός
•
- γλωσσολογίαμέλος ομάδας Γερμανών γλωσσολόγων του 19^(ου) αιώνα που ασχολήθηκαν με την ινδοευρωπαϊκή γλωσσολογία έχοντας ως αρχή την καθολικότητα των φωνητικών νόμων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεογραμματικός < νεο- + γραμματικός ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Junggrammatiker)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεογραμματικός | νεογραμματικοί |
| Γενική | νεογραμματικού | νεογραμματικών |
| Αιτιατική | νεογραμματικό | νεογραμματικούς |
| Κλητική | νεογραμματικέ | νεογραμματικοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →