Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεοδογματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά καινοφανές δόγμα Βικιλεξικό
  2. που αφορά νέο ρεύμα-τάση-παρακλάδι ιδεολογικού φανατισμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεοδογματικός < νεο- + δογματικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεοδογματικόςνεοδογματικήνεοδογματικό
Γενικήνεοδογματικούνεοδογματικήςνεοδογματικού
Αιτιατικήνεοδογματικόνεοδογματικήνεοδογματικό
Κλητικήνεοδογματικένεοδογματικήνεοδογματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεοδογματικοίνεοδογματικέςνεοδογματικά
Γενικήνεοδογματικώννεοδογματικώννεοδογματικών
Αιτιατικήνεοδογματικούςνεοδογματικέςνεοδογματικά
Κλητικήνεοδογματικοίνεοδογματικέςνεοδογματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →