νεοδογματικός
•
- που αφορά καινοφανές δόγμα Βικιλεξικό
- που αφορά νέο ρεύμα-τάση-παρακλάδι ιδεολογικού φανατισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεοδογματικός < νεο- + δογματικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοδογματικός | νεοδογματική | νεοδογματικό |
| Γενική | νεοδογματικού | νεοδογματικής | νεοδογματικού |
| Αιτιατική | νεοδογματικό | νεοδογματική | νεοδογματικό |
| Κλητική | νεοδογματικέ | νεοδογματική | νεοδογματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοδογματικοί | νεοδογματικές | νεοδογματικά |
| Γενική | νεοδογματικών | νεοδογματικών | νεοδογματικών |
| Αιτιατική | νεοδογματικούς | νεοδογματικές | νεοδογματικά |
| Κλητική | νεοδογματικοί | νεοδογματικές | νεοδογματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →