Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεοελθών

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που πρόσφατα ήρθε Βικιλεξικό
    • Ο νεοελθών θα έμενεν εκεί νοσηλευόμενος μέχρι πού ... να πεθάνη κι' αυτός και να ξαναγυρίση πάλι το βρωμισμένο στρώμα και να δεχθή τρίτον κι' έτσι συνέχεια. Αυτήν την Κόλασι, ούτε ο Δάντε δεν μπόρεσε να φαντασθή
    • Έπρεπε όμως να ξημερώσει η δεκαετία του '70 για να γίνει η λέξη αυτή τσιτάτο για τη νεοελθούσα εφηβική υποκουλτούρα που έψαχνε τρόπους να αντιδράσει στον στομφώδη μεσσιανισμό «εμείς-θα-αλλάξουμε-τον-κόσμο» που κληρονομήθηκε από το rock της προηγούμενης δεκαετίας.
    • (καθαρεύουσα) Αλλ' ο νεοελθών παλαιός σύντροφος του Ντελή εγνώριζε τον Θύμιον. Δι' αυτό όταν τον είδεν δεν έδυσκολεύθη να τον παραλάβη μαζί του χωρίς τας συνήθεις ανάγκαιας προφυλάξεις

Ετυμολογία

νεοελθών < (καθαρεύουσα) νεοελθών < νεο- + αρχαία ελληνική ἐλθών, μετοχή ενεργητικού αορίστου του ἔρχομαι. Σχηματισμός αρχαιοπρεπούς μετοχής από υποθετικό ρήμα *νεο-έρχομαι. Πιθανόν, σημασιολογικά κατά τη μετοχή νεοαφιχθείς, (ή την έκφραση άρτι αφιχθείς), ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Άλλοι τύποι

νεοελθουσώννεοελθούσανεοελθούσαςνεοελθούσεςνεοελθούσηςνεοελθόννεοελθόντανεοελθόντεςνεοελθόντοςνεοελθόντωννεοελθών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →