νεοημερολογίτισσα
•
- θηλυκό του νεοημερολογίτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεοημερολογίτισσα < νεοημερολογίτης + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοημερολογίτισσα | νεοημερολογίτισσες |
| Γενική | νεοημερολογίτισσας | νεοημερολογιτισσών |
| Αιτιατική | νεοημερολογίτισσα | νεοημερολογίτισσες |
| Κλητική | νεοημερολογίτισσα | νεοημερολογίτισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →