νεολατινικά
•
- γλώσσαη λατινική γλώσσα μετά τον μεσαίωνα έως και τη σύγχρονη εποχή. Περιλαμβάνει τα αναγεννησιακά λατινικά, εκκλησιαστικά λατινικά, τα νεότερα και σύγχρονα λατινικά που χρησιμοποιούνται συχνά για τη δημιουργία επιστημονικών όρων. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεολατινικά : για το επίρρημα < νεολατινικ(ός) + -α : για το ουσιαστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου νεολατινικός στον πληθυντικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεολατινικά | νεολατινικά |
| Γενική | — | νεολατινικών |
| Αιτιατική | — | νεολατινικά |
| Κλητική | — | νεολατινικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →