Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεολογισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γλωσσολογίακατά τον νεοκλασικισμό καινούργια λέξη που έχει εισαχθεί είτε ως συνθετική παλαιότερων στοιχείων (π.χ. εξατομικεύω, εξειδικεύω, ...), είτε ως δάνειο ξένης γλώσσας (π.χ. κοτολέτα, κομπιούτερ, ...) Βικιλεξικό
  2. λέξη ή φράση που δημιουργήθηκε πρόσφατα Βικιλεξικό
    • Σήμερα το φαινόμενο της νεολογίας μελετάται ενδελεχώς καθώς οι νεολογισμοί εμφανίζονται στην καθημερινή ζωή των ομιλητών όπως τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στις σύγχρονες τεχνολογίες, στα τεχνικά λεξιλόγια κ.α.

Ετυμολογία

νεολογισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική néologisme < αρχαία ελληνική νέος (νεο-) + λόγος + -ισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνεολογισμόςνεολογισμοί
Γενικήνεολογισμούνεολογισμών
Αιτιατικήνεολογισμόνεολογισμούς
Κλητικήνεολογισμένεολογισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →