Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεοναζιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το νεοναζισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεοναζιστικός < νεοναζισμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεοναζιστικόςνεοναζιστικήνεοναζιστικό
Γενικήνεοναζιστικούνεοναζιστικήςνεοναζιστικού
Αιτιατικήνεοναζιστικόνεοναζιστικήνεοναζιστικό
Κλητικήνεοναζιστικένεοναζιστικήνεοναζιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεοναζιστικοίνεοναζιστικέςνεοναζιστικά
Γενικήνεοναζιστικώννεοναζιστικώννεοναζιστικών
Αιτιατικήνεοναζιστικούςνεοναζιστικέςνεοναζιστικά
Κλητικήνεοναζιστικοίνεοναζιστικέςνεοναζιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →