νεονικοτινοειδής
•
- που σχετίζεται με ή αφορά σε νέας γενιάς ουσία, φάρμακο ή σκεύασμα που περιέχει νικοτίνη Βικιλεξικό
- Πιο συγκεκριμένα οι ερευνητές μελέτησαν δεδομένα από το 1994 για να διαπιστώσουν το αν και πώς επηρέασαν τους πληθυσμούς των μελισσών τα περιβόητα νεονικοτινοειδή φυτοφάρμακα η χρήση των οποίων στις καλλιέργειες πήρε μεγάλες διαστάσεις στα μέσα της δεκαετίας του 2000. (*)
- ουσιαστικοποιημένονεονικοτινοειδές: το σχετικό σκεύασμα, φάρμακο ή ουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεονικοτινοειδής < νεο- + νικοτινοειδής ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική neonicotinoid)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεονικοτινοειδής | νεονικοτινοειδής | νεονικοτινοειδές |
| Γενική | νεονικοτινοειδούς | νεονικοτινοειδούς | νεονικοτινοειδούς |
| Αιτιατική | νεονικοτινοειδή | νεονικοτινοειδή | νεονικοτινοειδές |
| Κλητική | νεονικοτινοειδή / νεονικοτινοειδής | νεονικοτινοειδής | νεονικοτινοειδές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεονικοτινοειδείς | νεονικοτινοειδείς | νεονικοτινοειδή |
| Γενική | νεονικοτινοειδών | νεονικοτινοειδών | νεονικοτινοειδών |
| Αιτιατική | νεονικοτινοειδείς | νεονικοτινοειδείς | νεονικοτινοειδή |
| Κλητική | νεονικοτινοειδείς | νεονικοτινοειδείς | νεονικοτινοειδή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →