νεοπαγανίστρια
•
- θηλυκό του νεοπαγανιστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεοπαγανίστρια < νεοπαγανισ(τής) + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοπαγανίστρια | νεοπαγανίστριες |
| Γενική | νεοπαγανίστριας | νεοπαγανιστριών |
| Αιτιατική | νεοπαγανίστρια | νεοπαγανίστριες |
| Κλητική | νεοπαγανίστρια | νεοπαγανίστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →