Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεοπαγανιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον νεοπαγανισμό και τους νεοπαγανιστές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεοπαγανιστικός < νεο- + παγανιστικός < παγανιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεοπαγανιστικόςνεοπαγανιστικήνεοπαγανιστικό
Γενικήνεοπαγανιστικούνεοπαγανιστικήςνεοπαγανιστικού
Αιτιατικήνεοπαγανιστικόνεοπαγανιστικήνεοπαγανιστικό
Κλητικήνεοπαγανιστικένεοπαγανιστικήνεοπαγανιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεοπαγανιστικοίνεοπαγανιστικέςνεοπαγανιστικά
Γενικήνεοπαγανιστικώννεοπαγανιστικώννεοπαγανιστικών
Αιτιατικήνεοπαγανιστικούςνεοπαγανιστικέςνεοπαγανιστικά
Κλητικήνεοπαγανιστικοίνεοπαγανιστικέςνεοπαγανιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →