Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεοπλατωνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον νεοπλατωνισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεοπλατωνικός < νεοπλατωνισμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεοπλατωνικόςνεοπλατωνικήνεοπλατωνικό
Γενικήνεοπλατωνικούνεοπλατωνικήςνεοπλατωνικού
Αιτιατικήνεοπλατωνικόνεοπλατωνικήνεοπλατωνικό
Κλητικήνεοπλατωνικένεοπλατωνικήνεοπλατωνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεοπλατωνικοίνεοπλατωνικέςνεοπλατωνικά
Γενικήνεοπλατωνικώννεοπλατωνικώννεοπλατωνικών
Αιτιατικήνεοπλατωνικούςνεοπλατωνικέςνεοπλατωνικά
Κλητικήνεοπλατωνικοίνεοπλατωνικέςνεοπλατωνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →