νεοπροαχθείς
•
- που προήχθη πρόσφατα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεοπροαχθείς < νεο- + προαχθείς (προ- + αρχαία ελληνική ἀχθείς (ἀχθεῖσα, ἀχθέν), μετοχή αορίστου του ἄγω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοπροαχθέντας / νεοπροαχθείς | νεοπροαχθείσα | νεοπροαχθέν |
| Γενική | νεοπροαχθέντα / νεοπροαχθέντος | νεοπροαχθείσας / νεοπροαχθείσης | νεοπροαχθέντος |
| Αιτιατική | νεοπροαχθέντα | νεοπροαχθείσα | νεοπροαχθέν |
| Κλητική | νεοπροαχθέντα / νεοπροαχθείς | νεοπροαχθείσα | νεοπροαχθέν |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοπροαχθέντες | νεοπροαχθείσες | νεοπροαχθέντα |
| Γενική | νεοπροαχθέντων | νεοπροαχθεισών | νεοπροαχθέντων |
| Αιτιατική | νεοπροαχθέντες | νεοπροαχθείσες | νεοπροαχθέντα |
| Κλητική | νεοπροαχθέντες | νεοπροαχθείσες | νεοπροαχθέντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →