Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεορεαλιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον νεορεαλισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεορεαλιστικός < νεορεαλισμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεορεαλιστικόςνεορεαλιστικήνεορεαλιστικό
Γενικήνεορεαλιστικούνεορεαλιστικήςνεορεαλιστικού
Αιτιατικήνεορεαλιστικόνεορεαλιστικήνεορεαλιστικό
Κλητικήνεορεαλιστικένεορεαλιστικήνεορεαλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεορεαλιστικοίνεορεαλιστικέςνεορεαλιστικά
Γενικήνεορεαλιστικώννεορεαλιστικώννεορεαλιστικών
Αιτιατικήνεορεαλιστικούςνεορεαλιστικέςνεορεαλιστικά
Κλητικήνεορεαλιστικοίνεορεαλιστικέςνεορεαλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →