νεοτενία
•
- ανθρωπολογίαη επιβράδυνση ή καθυστέρηση της σωματικής ανάπτυξης, η διατήρηση στην ενηλικίωση νεανικών χαρακτηριστικών, η παράταση της παιδικής ηλικίας και η καθυστέρηση την ωριμότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεοτενία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική neotenie < αρχαία ελληνική νεο- + τείνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοτενία | νεοτενίες |
| Γενική | νεοτενίας | νεοτενιών |
| Αιτιατική | νεοτενία | νεοτενίες |
| Κλητική | νεοτενία | νεοτενίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →