Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεοφασιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον νεοφασισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεοφασιστικός < νεοφασισμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεοφασιστικόςνεοφασιστικήνεοφασιστικό
Γενικήνεοφασιστικούνεοφασιστικήςνεοφασιστικού
Αιτιατικήνεοφασιστικόνεοφασιστικήνεοφασιστικό
Κλητικήνεοφασιστικένεοφασιστικήνεοφασιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεοφασιστικοίνεοφασιστικέςνεοφασιστικά
Γενικήνεοφασιστικώννεοφασιστικώννεοφασιστικών
Αιτιατικήνεοφασιστικούςνεοφασιστικέςνεοφασιστικά
Κλητικήνεοφασιστικοίνεοφασιστικέςνεοφασιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →