νεοφιλελευθερισμός
•
- πολιτικήιδεολογικό και πολιτικό κίνημα του β΄ μισού του 20ού αι., το οποίο, ως έκφραση του οικονομικού φιλελευθερισμού, επιζητά τη δραστική μείωση της συμμετοχής και του ρόλου του κράτους στην οικονομική δραστηριότητα Βικιλεξικό
- Θεωρώ ότι ο φιλελευθερισμός του πρώτου τύπου, αυτός που τονίζει την ενότητα ελευθερίας και ισότητας, είναι ηθικά υπέρτερος του νεοφιλελευθερισμού. (Το Βήμα, 15 Σεπτ. 1996)
Ετυμολογία
νεοφιλελευθερισμός < νεο- + φιλελευθερισμός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική néo-libéralisme
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοφιλελευθερισμός | νεοφιλελευθερισμοί |
| Γενική | νεοφιλελευθερισμού | νεοφιλελευθερισμών |
| Αιτιατική | νεοφιλελευθερισμό | νεοφιλελευθερισμούς |
| Κλητική | νεοφιλελευθερισμέ | νεοφιλελευθερισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →