Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεοφυής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βοτανικήπου έχει βλαστήσει πρόσφατα Βικιλεξικό
  2. νεολογισμόςπου ιδρύθηκε πρόσφατα ή πρόκειται συντόμως να ιδρυθεί κι έχει μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης Βικιλεξικό
    • Τη διοργάνωση σεμιναρίων για νεοφυείς επιχειρήσεις και επιχειρηματίες (startups) ανακοίνωσαν από κοινού το EMEA.gr και γνωστό βιβλιοπωλείο της Αθήνας, στο κατάστημά του στην Πλατεία Συντάγματος. Το πρώτο σεμινάριο θα πραγματοποιηθεί στις 18 Φεβρουαρίου, με θέμα το ελληνικό startup οικοσύστημα. (*)

Ετυμολογία

νεοφυής < ελληνιστική κοινή νεοφυής < αρχαία ελληνική νέος + φύω (2. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική start up)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεοφυήςνεοφυήςνεοφυές
Γενικήνεοφυούςνεοφυούςνεοφυούς
Αιτιατικήνεοφυήνεοφυήνεοφυές
Κλητικήνεοφυή / νεοφυήςνεοφυήςνεοφυές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεοφυείςνεοφυείςνεοφυή
Γενικήνεοφυώννεοφυώννεοφυών
Αιτιατικήνεοφυείςνεοφυείςνεοφυή
Κλητικήνεοφυείςνεοφυείςνεοφυή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →