νεοχωρίτικος
•
- ο σχετικός με το Νεοχώρι ή τους κατοίκους του Βικιλεξικό
- ο σχετικός με τη συνοικία της Νέας Χώρας των Χανίων ή τους κατοίκους της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεοχωρίτικος < Νεοχωρίτ(ης) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοχωρίτικος | νεοχωρίτικη | νεοχωρίτικο |
| Γενική | νεοχωρίτικου | νεοχωρίτικης | νεοχωρίτικου |
| Αιτιατική | νεοχωρίτικο | νεοχωρίτικη | νεοχωρίτικο |
| Κλητική | νεοχωρίτικε | νεοχωρίτικη | νεοχωρίτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοχωρίτικοι | νεοχωρίτικες | νεοχωρίτικα |
| Γενική | νεοχωρίτικων | νεοχωρίτικων | νεοχωρίτικων |
| Αιτιατική | νεοχωρίτικους | νεοχωρίτικες | νεοχωρίτικα |
| Κλητική | νεοχωρίτικοι | νεοχωρίτικες | νεοχωρίτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →