νερά
•
- ουδέτερο στον πληθυντικόποσότητα νερού σαν σύνολο συγκεντρωμένο Βικιλεξικό
- η στέρνα γεμίζει με τα νερά της βροχής
- σου έχω πει χίλιες φορές να μη γεμίζεις το μπάνιο με νερά
- ουδέτερονερό που πλημμυρίζει στην έκφραση Βικιλεξικό
- ουδέτεροη ίσαλος γραμμή του πλοίου Βικιλεξικό
- σ' έστειλε ο πρώτος τα νερά, να πας για να γραδάρεις
- ουδέτεροεσωτερικές ραβδώσεις ή κυματισμοί, που οφείλονται στην ύπαρξη διαφορετικής πυκνότητας υλικού Βικιλεξικό
- (συνεκδοχικά) η διεύθυνση προς την οποία κατευθύνονται οι περισσότερες ραβδώσεις η οποία συνήθως έχει και τη μικρότερη αντίσταση κατά την επεξεργασία του υλικού
- ουδέτεροτο αμνιακό υγρό στην έκφραση Βικιλεξικό
- σπάνε τα νερά
- ουδέτεροοι συνήθειες και οι αντιλήψεις κάποιου στις εκφράσεις Βικιλεξικό
- πάω/πηγαίνω με τα νερά του
- φέρνω στα νερά μου
- χάνω τα νερά μου
- μεταφορικάστις εκφράσεις Βικιλεξικό
- αχαρτογράφητα νερά: άγνωστα νερά, άγνωστες καταστάσεις
- είμαι έξω απ' τα νερά μου
- θολώνω τα νερά
- μου κάνει νερά, κάνω νερά
- σαν τα κρύα τα νερά
- ταράζω τα νερά
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
νερό
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →