νεράιδος
•
- σπάνιοαρσενικό του νεράιδα Βικιλεξικό
- Γεμίζει ο νέραϊδος τση κεραμαμής την ποδιά κρομμυδόφυλλα και μισεύγει. Οντόν εμίσσευγε τση παράγγειλεν η νεράιδα: «Ο νεράιδος δα ρθη τρεις βραδειές να σου χτυπά, μα να μην πα τ’ ανοίξης! Μισσεύγει η μαμή και πάει στο σπίτι τζης. Αργά πάει ο νέραϊδος ‘ς τση χτύπανε. (repository.kentrolaografias.gr)
Ετυμολογία
νεράιδος < νεράιδ(α) + -ος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεράιδος | νεράιδοι |
| Γενική | νεράιδου | νεράιδων |
| Αιτιατική | νεράιδο | νεράιδους |
| Κλητική | νεράιδε | νεράιδοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →