Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεραϊδάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μυθολογία, στη λαϊκή παράδοση ήταν αυτός που γιάτρευε όσους πληγώνονταν από νεράιδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεραϊδάρης < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνεραϊδάρηςνεραϊδάρηδες
Γενικήνεραϊδάρηνεραϊδάρηδων
Αιτιατικήνεραϊδάρηνεραϊδάρηδες
Κλητικήνεραϊδάρηνεραϊδάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →