νεραϊδογεννημένος
•
- που τον γέννησε νεράιδα Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάπολύ όμορφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεραϊδογεννημένος < νεράιδ(α) + -ο- + γεννημένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γεννάω / γεννώ
Άλλοι τύποι
νεραϊδογεννημένανεραϊδογεννημένενεραϊδογεννημένεςνεραϊδογεννημένηνεραϊδογεννημένηςνεραϊδογεννημένονεραϊδογεννημένοινεραϊδογεννημένοςνεραϊδογεννημένουνεραϊδογεννημένουςνεραϊδογεννημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →