νεραϊδόπαιδο
•
- το παιδί της νεράιδας Βικιλεξικό
- μεταφορικάπολύ όμορφο παιδί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεραϊδόπαιδο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεραϊδόπαιδο | νεραϊδόπαιδα |
| Γενική | νεραϊδόπαιδου | νεραϊδόπαιδων |
| Αιτιατική | νεραϊδόπαιδο | νεραϊδόπαιδα |
| Κλητική | νεραϊδόπαιδο | νεραϊδόπαιδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →