νεραϊδόχορτο
•
- φυτόκοινή ονομασία για την ουσνέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεραϊδόχορτο < νεράιδ(α) + -ό- + -χορτο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεραϊδόχορτο | νεραϊδόχορτα |
| Γενική | νεραϊδόχορτου | νεραϊδόχορτων |
| Αιτιατική | νεραϊδόχορτο | νεραϊδόχορτα |
| Κλητική | νεραϊδόχορτο | νεραϊδόχορτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →