Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νερούλιασμα

/neˈɾu.ʎa.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υπερβολική προσθήκη νερού ή αραίωση με νερό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαπώλεια της ευρωστίας Βικιλεξικό
    • πρὸ πολλοῦ τὸ γῆρας, τὸ ἔμπλεων ῥυτίδων καὶ σιέλων καὶ νύστας καὶ νερουλιάσματος, κατηργήθη διὰ τὰς γυναῖκας, ἢ τοὐλάχιστον κατηργήθη ἀπὸ τὸ μυροβόλον λεξιλόγιόν σας. (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)
  3. μεταφορικάαπώλεια της δυνατότητας για λογικές σκέψεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νερούλιασμα < νερουλιάζω [νερούλιασ(α)] + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνερούλιασμανερουλιάσματα
Γενικήνερουλιάσματοςνερουλιασμάτων
Αιτιατικήνερούλιασμανερουλιάσματα
Κλητικήνερούλιασμανερουλιάσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →