νερούλιασμα
•
- υπερβολική προσθήκη νερού ή αραίωση με νερό Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπώλεια της ευρωστίας Βικιλεξικό
- πρὸ πολλοῦ τὸ γῆρας, τὸ ἔμπλεων ῥυτίδων καὶ σιέλων καὶ νύστας καὶ νερουλιάσματος, κατηργήθη διὰ τὰς γυναῖκας, ἢ τοὐλάχιστον κατηργήθη ἀπὸ τὸ μυροβόλον λεξιλόγιόν σας. (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)
- μεταφορικάαπώλεια της δυνατότητας για λογικές σκέψεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νερούλιασμα < νερουλιάζω [νερούλιασ(α)] + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νερούλιασμα | νερουλιάσματα |
| Γενική | νερουλιάσματος | νερουλιασμάτων |
| Αιτιατική | νερούλιασμα | νερουλιάσματα |
| Κλητική | νερούλιασμα | νερουλιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →