Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νερόβραστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει βράσει σε νερό, χωρίς λάδι Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηάνοστος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάγια άνθρωπο χωρίς ενεργητικότητα, ζωντάνια, που δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νερόβραστος < νερό- + βραστός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνερόβραστοςνερόβραστηνερόβραστο
Γενικήνερόβραστουνερόβραστηςνερόβραστου
Αιτιατικήνερόβραστονερόβραστηνερόβραστο
Κλητικήνερόβραστενερόβραστηνερόβραστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνερόβραστοινερόβραστεςνερόβραστα
Γενικήνερόβραστωννερόβραστωννερόβραστων
Αιτιατικήνερόβραστουςνερόβραστεςνερόβραστα
Κλητικήνερόβραστοινερόβραστεςνερόβραστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →