νεσκαφέ
•
- γενικότεραο στιγμιαίος καφές, είτε ως επεξεργασμένο προϊόν, είτε ως ρόφημα, κατά κανόνα ζεστό Βικιλεξικό
- Σαν να τον τσίμπησε μύγα, πετάχτηκε απ' το δωμάτιό τους με το σώβρακο κατά τις πέντε, ήπιε δυο απαντωτούς νεσκαφέδες κι ύστερα βγήκαν στους δρόμους. (Γιάννης Ξανθούλης (1984) Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα [μυθιστόρημα])
- ειδικότεραο Nescafé, η συγκεκριμένη μάρκα καφέ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεσκαφέ < (άμεσο δάνειο) γαλλική Nescafé < Nestlé (η εταιρεία που το έφτιαξε) + café (καφές)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →