Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεύρα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εκνευρισμός, θυμός Βικιλεξικό
    • τον έχουν πιάσει νεύρα

Ετυμολογία

νεύρα < νεύρο

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

νευρά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χορδή (τόξου ή μουσικού οργάνου) φτιαγμένη από νεύρο ζώου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νευρά < αρχαία ελληνική νευρά (ιων. νευρή)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →