Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νευριασμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νευριάζω Βικιλεξικό
    • Με τα σπαστά ελληνικά του και αυτές τις περίεργες λέξεις που δημιούργησε όπως αυτό το «Πανεπιστήμονας», ή το «νευριασμός», ή το «περιμενούσαμε» η μία ιστορία διαδεχόταν την άλλη και η φωνή ανέβαζε… volume (Ένας “δύσκολος”, χαρισματικός δάσκαλος (αναφορά στον Ντούσαν Ίβκοβιτς), 17/09/2021 https://basketa.gr/%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%B4%CF%8D%CF%83%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%B4%CE%AC%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82/)

Ετυμολογία

νευριασμός < νευριάζω + -μός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνευριασμόςνευριασμοί
Γενικήνευριασμούνευριασμών
Αιτιατικήνευριασμόνευριασμούς
Κλητικήνευριασμένευριασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →