νευρικότητα
•
- η ιδιότητα του νευρικού, ψυχική υπερένταση, αναστάτωση Βικιλεξικό
- μεταφορικάαμηχανία Βικιλεξικό
- μεταφορικά, (οικονομία) για τιμές ή συμπεριφορές που δεν έχουν κατασταλάξει στην αγορά Βικιλεξικό
- τεχνολογίανευρωτικότητα καταγραφής πληροφορίας (δεδομένων ή οπτικοακουστικής), τζιτάρισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νευρικότητα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νευρικότητα | νευρικότητες |
| Γενική | νευρικότητας | νευρικοτήτων |
| Αιτιατική | νευρικότητα | νευρικότητες |
| Κλητική | νευρικότητα | νευρικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →