νευρομυικός
•
- που έχει σχέση με τα νεύρα και τους μύες ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νευρομυικός < νευρο- + μυικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νευρομυικός | νευρομυική | νευρομυικό |
| Γενική | νευρομυικού | νευρομυικής | νευρομυικού |
| Αιτιατική | νευρομυικό | νευρομυική | νευρομυικό |
| Κλητική | νευρομυικέ | νευρομυική | νευρομυικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νευρομυικοί | νευρομυικές | νευρομυικά |
| Γενική | νευρομυικών | νευρομυικών | νευρομυικών |
| Αιτιατική | νευρομυικούς | νευρομυικές | νευρομυικά |
| Κλητική | νευρομυικοί | νευρομυικές | νευρομυικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →