Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νευρομυικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα νεύρα και τους μύες ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νευρομυικός < νευρο- + μυικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνευρομυικόςνευρομυικήνευρομυικό
Γενικήνευρομυικούνευρομυικήςνευρομυικού
Αιτιατικήνευρομυικόνευρομυικήνευρομυικό
Κλητικήνευρομυικένευρομυικήνευρομυικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνευρομυικοίνευρομυικέςνευρομυικά
Γενικήνευρομυικώννευρομυικώννευρομυικών
Αιτιατικήνευρομυικούςνευρομυικέςνευρομυικά
Κλητικήνευρομυικοίνευρομυικέςνευρομυικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →