Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νευροπαθολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήσχετικός με την νευροπαθολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νευροπαθολογικός < νευροπαθολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνευροπαθολογικόςνευροπαθολογικήνευροπαθολογικό
Γενικήνευροπαθολογικούνευροπαθολογικήςνευροπαθολογικού
Αιτιατικήνευροπαθολογικόνευροπαθολογικήνευροπαθολογικό
Κλητικήνευροπαθολογικένευροπαθολογικήνευροπαθολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνευροπαθολογικοίνευροπαθολογικέςνευροπαθολογικά
Γενικήνευροπαθολογικώννευροπαθολογικώννευροπαθολογικών
Αιτιατικήνευροπαθολογικούςνευροπαθολογικέςνευροπαθολογικά
Κλητικήνευροπαθολογικοίνευροπαθολογικέςνευροπαθολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →