νευροφυσιολογικός
•
- ιατρικήο σχετικός με τη νευροφυσιολογία Βικιλεξικό
- Ένας νευροφυσιολογικός «βηματοδότης» βρόχος ανάδρασης του οποίου η δυναμική εκπηγάζει από ειδικά νευρωνικά κέντρα του θαλάμου (the «thalamocortical» pacemaker), που εξικνείται μέχρι των νευρωνικών δικτύων του φλοιού και επιστρέφει στον θάλαμο, είναι υπεύθυνος για την εκ περιτροπής στον χρόνο «αναζωπύρωση» των καθ’ έκαστα συνυπαρχουσών μνημών – κατηγοριών – χαοτικών ελκυστών.
Ετυμολογία
νευροφυσιολογικός < αγγλική neurophysiological. Μορφολογικά αναλύεται σε νευροφυσιολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νευροφυσιολογικός | νευροφυσιολογική | νευροφυσιολογικό |
| Γενική | νευροφυσιολογικού | νευροφυσιολογικής | νευροφυσιολογικού |
| Αιτιατική | νευροφυσιολογικό | νευροφυσιολογική | νευροφυσιολογικό |
| Κλητική | νευροφυσιολογικέ | νευροφυσιολογική | νευροφυσιολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νευροφυσιολογικοί | νευροφυσιολογικές | νευροφυσιολογικά |
| Γενική | νευροφυσιολογικών | νευροφυσιολογικών | νευροφυσιολογικών |
| Αιτιατική | νευροφυσιολογικούς | νευροφυσιολογικές | νευροφυσιολογικά |
| Κλητική | νευροφυσιολογικοί | νευροφυσιολογικές | νευροφυσιολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →