Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νευροφυσιολογικός

/ne.vɾo.fi.si.o.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήο σχετικός με τη νευροφυσιολογία Βικιλεξικό
    • Ένας νευροφυσιολογικός «βηματοδότης» ­ βρόχος ανάδρασης ­ του οποίου η δυναμική εκπηγάζει από ειδικά νευρωνικά κέντρα του θαλάμου (the «thalamocortical» pacemaker), που εξικνείται μέχρι των νευρωνικών δικτύων του φλοιού και επιστρέφει στον θάλαμο, είναι υπεύθυνος για την εκ περιτροπής στον χρόνο «αναζωπύρωση» των καθ’ έκαστα συνυπαρχουσών μνημών – κατηγοριών – χαοτικών ελκυστών.

Ετυμολογία

νευροφυσιολογικός < αγγλική neurophysiological. Μορφολογικά αναλύεται σε νευροφυσιολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνευροφυσιολογικόςνευροφυσιολογικήνευροφυσιολογικό
Γενικήνευροφυσιολογικούνευροφυσιολογικήςνευροφυσιολογικού
Αιτιατικήνευροφυσιολογικόνευροφυσιολογικήνευροφυσιολογικό
Κλητικήνευροφυσιολογικένευροφυσιολογικήνευροφυσιολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνευροφυσιολογικοίνευροφυσιολογικέςνευροφυσιολογικά
Γενικήνευροφυσιολογικώννευροφυσιολογικώννευροφυσιολογικών
Αιτιατικήνευροφυσιολογικούςνευροφυσιολογικέςνευροφυσιολογικά
Κλητικήνευροφυσιολογικοίνευροφυσιολογικέςνευροφυσιολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →