Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νευροψυχικός

/ne.vro.psi.çiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με το νευρικό σύστημα και την αλληλεπίδρασή του με τις ψυχικές διαταραχές ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νευροψυχικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική neuropsychic ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική neuropsychique < αρχαία ελληνική νεῦρον + ψυχικός < ψυχή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνευροψυχικόςνευροψυχικήνευροψυχικό
Γενικήνευροψυχικούνευροψυχικήςνευροψυχικού
Αιτιατικήνευροψυχικόνευροψυχικήνευροψυχικό
Κλητικήνευροψυχικένευροψυχικήνευροψυχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνευροψυχικοίνευροψυχικέςνευροψυχικά
Γενικήνευροψυχικώννευροψυχικώννευροψυχικών
Αιτιατικήνευροψυχικούςνευροψυχικέςνευροψυχικά
Κλητικήνευροψυχικοίνευροψυχικέςνευροψυχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →