νεφικός
•
- που έχει σχέση με το νέφος ή τα σύννεφα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεφικός < νέφος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεφικός | νεφική | νεφικό |
| Γενική | νεφικού | νεφικής | νεφικού |
| Αιτιατική | νεφικό | νεφική | νεφικό |
| Κλητική | νεφικέ | νεφική | νεφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεφικοί | νεφικές | νεφικά |
| Γενική | νεφικών | νεφικών | νεφικών |
| Αιτιατική | νεφικούς | νεφικές | νεφικά |
| Κλητική | νεφικοί | νεφικές | νεφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →