Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεφρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το νεφρό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
    • Τα ποντίκια αποτελούν σημαντικούς φορείς ασθενειών. Ο χανταϊός, μια ομάδα αναπνευστικών και νεφρικών παθήσεων που είναι πάντα δυσάρεστες και συχνά θανατηφόρες, έχει συνδεθεί ιδιαίτερα με τα ποντίκια και τις κενώσεις τους.

Ετυμολογία

νεφρικός < ελληνιστική κοινή νεφρικός / νεφριτικός < αρχαία ελληνική νεφρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεφρικόςνεφρικήνεφρικό
Γενικήνεφρικούνεφρικήςνεφρικού
Αιτιατικήνεφρικόνεφρικήνεφρικό
Κλητικήνεφρικένεφρικήνεφρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεφρικοίνεφρικέςνεφρικά
Γενικήνεφρικώννεφρικώννεφρικών
Αιτιατικήνεφρικούςνεφρικέςνεφρικά
Κλητικήνεφρικοίνεφρικέςνεφρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →