Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεφρολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με τον νεφρολόγο ή τη νεφρολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεφρολογικός < νεφρολόγος / νεφρολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεφρολογικόςνεφρολογικήνεφρολογικό
Γενικήνεφρολογικούνεφρολογικήςνεφρολογικού
Αιτιατικήνεφρολογικόνεφρολογικήνεφρολογικό
Κλητικήνεφρολογικένεφρολογικήνεφρολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεφρολογικοίνεφρολογικέςνεφρολογικά
Γενικήνεφρολογικώννεφρολογικώννεφρολογικών
Αιτιατικήνεφρολογικούςνεφρολογικέςνεφρολογικά
Κλητικήνεφρολογικοίνεφρολογικέςνεφρολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →