νεφρός
•
- ανατομίατο καθένα από τα δύο όργανα του σώματος του ανθρώπου και άλλων ζώων που επιτελούν τον καθαρισμό του αίματος από τα τοξικά κατάλοιπα του μεταβολισμού και την παραγωγή των ούρων Βικιλεξικό
- Tον νεφρό χοίρου μεταμόσχευσαν σε ασθενή Αμερικανοί επιστήμονες, για πρώτη φορά στην ιστορία της ιατρικής, χωρίς το ανοσοποιητικό της σύστημα να τον απορρίψει άμεσα. Το εγχείρημα συνιστά σημαντική εξέλιξη και ενδεχομένως να λύσει το οξύ πρόβλημα έλλειψης ανθρώπινων μοσχευμάτων. (* εφημερίδα Καθημερινή, 21.10.2021)
Ετυμολογία
νεφρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νεφρός. Συγκρίνετε με το ουδέτερο νεφρό.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεφρός | νεφροί |
| Γενική | νεφρού | νεφρών |
| Αιτιατική | νεφρό | νεφρούς |
| Κλητική | νεφρέ | νεφροί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →