νεωτεριστικός
•
- σχετικός με τους νεωτερισμούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεωτεριστικός < νεωτερισμός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεωτεριστικός | νεωτεριστική | νεωτεριστικό |
| Γενική | νεωτεριστικού | νεωτεριστικής | νεωτεριστικού |
| Αιτιατική | νεωτεριστικό | νεωτεριστική | νεωτεριστικό |
| Κλητική | νεωτεριστικέ | νεωτεριστική | νεωτεριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεωτεριστικοί | νεωτεριστικές | νεωτεριστικά |
| Γενική | νεωτεριστικών | νεωτεριστικών | νεωτεριστικών |
| Αιτιατική | νεωτεριστικούς | νεωτεριστικές | νεωτεριστικά |
| Κλητική | νεωτεριστικοί | νεωτεριστικές | νεωτεριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →