Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεότατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. υπερθετικός βαθμός του νέος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεότατος < νέ(ος) + -ότατος < αρχαία ελληνική (νεώτατος) νέος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *néwos

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεότατοςνεότατηνεότατο
Γενικήνεότατουνεότατηςνεότατου
Αιτιατικήνεότατονεότατηνεότατο
Κλητικήνεότατενεότατηνεότατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεότατοινεότατεςνεότατα
Γενικήνεότατωννεότατωννεότατων
Αιτιατικήνεότατουςνεότατεςνεότατα
Κλητικήνεότατοινεότατεςνεότατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →