νεώλκηση
•
- ναυτικός όροςη ενέργεια του νεωλκώ, η εργασία της ανέλκυσης στη ξηρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεώλκηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα νεώλκη(σις) + -ση < → δείτε νεω- και έλκω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεώλκηση | νεωλκήσεις |
| Γενική | νεώλκησης | νεωλκήσεων |
| Αιτιατική | νεώλκηση | νεωλκήσεις |
| Κλητική | νεώλκηση | νεωλκήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →