Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νημάτινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που περιέχει νήματα ή αποτελείται απ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. που το σχήμα του είναι όμοιο με νήμα, που μοιάζει μ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νημάτινος < νήμα + -ινος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνημάτινοςνημάτινηνημάτινο
Γενικήνημάτινουνημάτινηςνημάτινου
Αιτιατικήνημάτινονημάτινηνημάτινο
Κλητικήνημάτινενημάτινηνημάτινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνημάτινοινημάτινεςνημάτινα
Γενικήνημάτινωννημάτινωννημάτινων
Αιτιατικήνημάτινουςνημάτινεςνημάτινα
Κλητικήνημάτινοινημάτινεςνημάτινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →