νημάτινος
•
- που περιέχει νήματα ή αποτελείται απ’ αυτά Βικιλεξικό
- που το σχήμα του είναι όμοιο με νήμα, που μοιάζει μ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νημάτινος < νήμα + -ινος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νημάτινος | νημάτινη | νημάτινο |
| Γενική | νημάτινου | νημάτινης | νημάτινου |
| Αιτιατική | νημάτινο | νημάτινη | νημάτινο |
| Κλητική | νημάτινε | νημάτινη | νημάτινο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νημάτινοι | νημάτινες | νημάτινα |
| Γενική | νημάτινων | νημάτινων | νημάτινων |
| Αιτιατική | νημάτινους | νημάτινες | νημάτινα |
| Κλητική | νημάτινοι | νημάτινες | νημάτινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →