νημάτωμα
•
- λαογραφίαη τελετουργική περιτύλιξη ναού ή άλλου κτηρίου με νήμα, για αποτροπή δαιμονικών κ.ά. επηρειών, επιδημιών κ.λπ. Βικιλεξικό
- Αυλάκωναν γύρω γύρω την «απειλούμενη» πόλη ή το χωριό που κινδύνευε, τρεις φορές συνήθως με αλέτρι που το έσερναν δύο δαμάλια (μικρά μοσχάρια) που είχαν γεννηθεί από την ίδια αγελάδα ή ήταν δίδυμα, για να εμποδιστεί η επήρεια του κακού. Ύστερα από το όργωμα έθαβαν μαζί με το αλέτρι, ζωντανά ή σφαγμένα τα δύο δαμάλια στο σημείο όπου είχε ξεκινήσει και τελειώσει το αυλάκι και πάνω εκεί τοποθετούσαν σταυρό, πέτρα ή στήλη. Ο τάφος αυτός ονομαζόταν (ε)γκαίνια και η ενέργεια (ε)γκαίνιασμα. Άλλες φορές αντί για το αυλάκι χρησιμοποιούσαν ειδικό νήμα με το οποίο περικύκλωναν το χωριό και την εκκλησία του (νημάτωμα). (www.protothema.gr, 15.08.2021)
Ετυμολογία
νημάτωμα < νήμα + -ωμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νημάτωμα | νηματώματα |
| Γενική | νηματώματος | νηματωμάτων |
| Αιτιατική | νημάτωμα | νηματώματα |
| Κλητική | νημάτωμα | νηματώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →