Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νηματοειδής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μοιάζει με νήμα, με κλωστή Βικιλεξικό
    • Οι κεραίες (Είκ. 6) είναι μακριές, νηματοειδείς και πολύαρθρες. Αποτελούνται από 12+2 άρθρα. Το πρώτο στην βάση είναι ο σκήπος ή σκάπος (scapus), ο οποίος είναι τραπεζοειδής, έπειτα ακολουθεί ο μίσχος ή ποδίσκος (pedicel), ο οποίος είναι μικρός και υποσφαιρικός και μετά ακολουθεί το μαστίγιο (flagellum), αποτελούμενο από 12 άρθρα και στα δύο φύλα (Μελέτη της μορφολογίας και βιοοικολογίας κηκιδόμυγας του γένους Asphondylia (near serpylli Kleffer 1898) σε φυτά θυμαριού Coridothym us capitatus (L) στο νησί Σάμος, πτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Ιωάννίνων 2009, σελ. 55 https://web.archive.org/web/20240727142908/https://olympias.lib.uoi.gr/jspui/bitstream/123456789/26334/1/%CE%9C.%CE%95.-%CE%9C%CE%91%CE%9B%CE%91%CE%93%CE%91%CE%A1%CE%97%CE%A3%20%CE%A0%CE%9F%CE%9B%CE%A5%CE%9A%CE%91%CE%A1%CE%A0%CE%9F%CE%A3.pdf)

Ετυμολογία

νηματοειδής < νήμα + -ειδής ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική filiforme)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνηματοειδήςνηματοειδήςνηματοειδές
Γενικήνηματοειδούςνηματοειδούςνηματοειδούς
Αιτιατικήνηματοειδήνηματοειδήνηματοειδές
Κλητικήνηματοειδή / νηματοειδήςνηματοειδήςνηματοειδές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνηματοειδείςνηματοειδείςνηματοειδή
Γενικήνηματοειδώννηματοειδώννηματοειδών
Αιτιατικήνηματοειδείςνηματοειδείςνηματοειδή
Κλητικήνηματοειδείςνηματοειδείςνηματοειδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →