νηματουργείο
•
- εργαστήριο ή εργοστάσιο όπου παράγονται νήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νηματουργείο < νήματ(ος) + -ουργείο ή νηματουργός + -είο ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική filature)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νηματουργείο | νηματουργεία |
| Γενική | νηματουργείου | νηματουργείων |
| Αιτιατική | νηματουργείο | νηματουργεία |
| Κλητική | νηματουργείο | νηματουργεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →